Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

ΘΑΛΑΣΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η θαλασσοθεραπεία συμπεριλαμβάνει την χρήση διαφόρων
κλιματικών και λουτρολογικών παραγόντων, που είναι συνδεδεμένοι με
τη θάλασσα (αεροθεραπεία, ηλιοθεραπεία, θαλασσινά λουτρά), με σκοπό
την σκληραγωγία και την θεραπεία.
Η φυσιολογική επίδραση των θαλασσινών λουτρών στον οργανισμό,
εξαρτάται από τους θερμικούς, μηχανικούς και χημικούς παράγοντες.
Η θερμική επίδραση έχει σχέση με την διαφορά της θερμοκρασίας του
σώματος και της θερμοκρασίας του νερού. Όσο χαμηλότερη είναι η
θερμοκρασία του νερού, τόσο μεγαλύτερη είναι η θερμική απώλεια και
τόσο πιο έντονη γίνεται η φυσιολογική επίδραση.
Η μηχανική επίδραση σχετίζεται με την υδροστατική πίεση, την
αντίδραση του νερού στις κινήσεις που κάνει ο λουόμενος ιδιαίτερα κατά
την κολύμβηση και την ερεθιστική επίδραση των χτυπημάτων των
θαλάσσιων κυμάτων.
Η χημική επίδραση έχει σχέση με τα διαλυμένα άλατα στο νερό που
συσσωρεύονται στο δέρμα, ερεθίζουν τους υποδοχείς του και προκαλούν
ανταποκριτικές αντιδράσεις που διαρκούν ορισμένο χρονικό διάστημα.
Στην ερεθιστική επίδραση παίζει ρόλο η σύνθεση του θαλασσινού νερού,
το οποίο περιέχει νάτριο, κάλιο, ασβέστιο, χλώριο, βρώμιο, ιώδιο κλπ.
Η φυσιολογική αντίδραση λαμβάνει χώρα σε δύο βασικές φάσεις:
1) Πρώτη φάση: η φάση της αρχικής ψύχρανσης, συνοδευόμενη από
απότομη πτώση της θερμοκρασίας του σώματος. Εμφανίζεται με το
σπασμό των επιφανειακών και την διαστολή των βαθύτερα
ευρισκομένων στο σώμα αγγείων. Παρατηρείται σύσπαση των λειών
μυϊκών ινών, τρόμος και ρίγος. Επιβραδύνονται οι καρδιακοί παλμοί, η
αναπνοή γίνεται αραιή και βαθιά. Αυξάνεται η αρτηριακή πίεση. Η
πρώτη φάση είναι σύντομη, στους σκληραγωγημένους ανθρώπους
εκδηλώνεται ασαφής.
2) Δεύτερη φάση: ο οργανισμός προσπαθεί να συντηρεί την θερμική
ισορροπία. Παρουσιάζεται το αίσθημα της ζεστασιάς, και το δέρμα
αποκτά ρόδινο χρώμα εξ’ αιτίας της υπεραιμίας. Απότομα αυξάνεται το
επίπεδο της χημικής θερμορύθμισης. Η αναπνοή γίνεται συχνή και
βαθύτερη, αυξάνεται κατά 2 έως 3 φορές η κατανάλωση οξυγόνου,
δυναμώνει η λειτουργία της καρδιάς, ενώ παράλληλα αυξάνεται το
επίπεδο των οξειδωτικών εξεργασιών.
Κατά την παρατεταμένη παραμονή στο θαλασσινό νερό, μπορεί να
εμφανιστεί και τρίτη φάση, η οποία είναι συνέπεια της εξάντλησης των
μηχανισμών της θερμορύθμισης. Σ’ αυτή τη φάση παρατηρείται πάρεση
των δερματικών αγγείων, παθητική υπεραιμία με κυανώσεις, απότομη
ψύχρανση και άλλα παθολογικά φαινόμενα. Γι’ αυτούς τους λόγους στη
θαλασσοθεραπεία είναι σημαντικό να αποφεύγεται η τρίτη φάση.
Σύμφωνα με την αρχή του Αρχιμήδη, κατά την βύθιση στο γλυκό
νερό, ο άνθρωπος «χάνει» τα 9/10 περίπου του βάρους του, ενώ κατά την
βύθιση στο θαλασσινό νερό ακόμη περισσότερο. Έτσι, δημιουργούνται
συνθήκες όμοιες με την κατάσταση έλλειψης της βαρύτητας. Αυτή η
φαινομενική μείωση του βάρους, επιτρέπει σε ασθενείς με ευκολία να
εκτελούν γυμναστικές ασκήσεις μέσα στη θάλασσα, κάτι που γι’ αυτούς
είναι αδύνατο έξω από το νερό.
Τα θαλασσινά λουτρά στους ασθενείς αρχίζουν μετά από 3 έως 5
ημέρες προσαρμογής στις τοπικές συνθήκες. Ο ασθενής, πριν κάνει
μπάνιο πρέπει να είναι ξεκούραστος, να βυθίζεται δε στο νερό με ξηρό
και θερμό δέρμα. Γι’ αυτό μπορεί να εκτελεί κάποιες κινήσεις ή να κάνει
μαλάξεις στο σώμα του πριν να μπει στο νερό. Με την είσοδο στο νερό
πρέπει να κάνει κινήσεις ή να επιπλέει στο νερό με ελεύθερο κολύμπι. Οι
κινήσεις πρέπει να είναι αργές με ελαφρά ή μέτρια φόρτιση και να
πραγματοποιούνται με ρυθμό κολύμβησης 15 έως 30 κινήσεις των
χεριών μέσα σε ένα λεπτό. Ο ρυθμός των κινήσεων εξαρτάται από την
εκγύμναση του καρδιαγγειακού συστήματος. Εκτός τούτου, συνιστάται
στους ασθενείς η ύπτια κολύμβηση, που προσφέρει στον ασθενή
δυνατότητα για ξεκούραση.
Το κάθε θαλασσινό μπάνιο διαρκεί στην αρχή 2 έως 5 λεπτά, με
σταδιακή αύξησή του μέχρι τα 15 λεπτά. Η θεραπεία εκτελείται 2 έως 3
φορές την ημέρα. Μετά την έξοδο από το νερό, είναι απαραίτητο το
σκούπισμα με ζεστή πετσέτα.
Η θαλασσοθεραπεία ενδείκνυται για αρτηριακή υπέρταση δευτέρου
βαθμού, για αρχική αρτηριοσκλήρυνση, για χρόνιες νεφρίτιδες και για
προβλήματα του σύγχρονου πολιτισμού όπως άγχος, ημικρανίες,
ψυχοσωματικές παθήσεις, αϋπνίες και σύνδρομο υπερκόπωσης. Ενώ
αντενδείκνυται για κατάθλιψη, φοβία, επιληψία και για παθήσεις των
νεφρών, των νεύρων και της καρδιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: